Σάρκωμα μαλακών μορίων

Το σάρκωμα των μαλακών μορίων είναι μια μορφή σαρκώματος που εξορμάται από το συνδετικό ιστό, αν και κάποιες φορές ο όρος περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία των μαλακών μορίων που δεν θεωρούνται συνδετικός ιστός.

Πρόκειται για σχετικά σπάνιο καρκίνο και αντιστοιχεί σε λιγότερο από 1% όλων των νεοδιαγεγνωσθέντων καρκίνων κάθε χρόνο, γεγονός που πιθανόν να οφείλεται στο ότι τα κύτταρα του συνδετικού ιστού, σε αντίθεση με τα κύτταρα άλλων ιστών που δίνουν συχνότερα κακοήθειες, δεν αναπαράγονται συνεχώς.

Στα πρώιμα στάδια της νόσου, το σάρκωμα των μαλακών μορίων συνήθως δεν δίνει κάποια συμπτώματα. Εξαιτία του γεγονότος ότι τα μαλακά μόρια χαρακτηρίζονται από μία σχετική ελαστικότητα, ο όγκος μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά, πιέζοντας τους φυσιολογικούς ιστούς, πριν να γίνει αντιληπτός ή να δμιουργήσει συμπτώματα, όταν τελικά πιέσει νεύρα ή παρακείμενους μύες. Τα πρώτα αξιοσημείωτα συμπτώματα μπορεί να είναι απλώς κάποιο οίδημα ή ένας ανώδυνος ψηλαφητός όζος.

Εάν ο όγκος βρίσκεται στην κοιλιακή χώρα, μπορεί να δώσει κοιλιακά άλγη που συνήθως εκλαμβάνονται ως συμπτώματα δυσπεψίας ή προκαλούν δυσκοιλιότητα. Τα περισσότερα σαρκώματα βρίσκονται στο άνω τμήμα του σώματος, στους ώμους και στο στήθος. Κάποια από τα συμπτώματα στις περιπτώσεις αυτές είναι ο πόνος στον τραπεζοειδή, η ακανόνιστη στάση του σώματος και η αυχενική ακαμψία.

Ο μόνος αξιόπιστος τρόπος διάγνωσης είναι η διενέργεια βιοψίας, είτε διαχειρουργικά, είτε με τη χρήση λεπτής βελόνης αναρρόφησης, και η κυτταρολογική μελέτη που θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση.

Η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, με κύριους παράγοντες επιλογής της θεραπευτικής αντιμετώπισης το μέγεθος του όγκου και την ύπαρξη μεταστάσεων. Η πλέον συχνή θέση μετάστασης του σαρκώματος των μαλακών μορίων είναι οι πνεύμονες. Η βασικότερη και πιο συνηθισμένη θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση του όγκου, που μπορεί να συνοδεύεται με ακτινοθεραπεία ή/και χημειοθεραπεία.

Σπουδαία είναι η συνεισφορά του ενδαρτηριακού χημειοεμβολισμού/εμβολισμού στην ελάττωση του μεγέθους και του σταδίου του όγκου και την ύφεση των συμπτωμάτων (πόνος, αίσθημα βάρους). Η νέα αυτή μέθοδος δίνει πολλές φορές τη δυνατότητα να υποβληθεί ο ασθενής σε χειρουργική αντιμετώπιση, επιτυγχάνοντας έτσι επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης ή αποφυγή του ακρωτηριασμού και βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Ο Δρ. Ιωάννης Δέδες διενεργεί με επιτυχία -για περισσότερο από μία δεκαετία- ενδαρτηριακούς χημειοεμβολισμούς/εμβολισμούς σε σαρκώματα μαλακών μορίων. Η συνεργασία με το θεράποντα ογκολόγο ή χειρουργό, το καλό ιατρικό ιστορικό και η ξεχωριστή προσέγγιση κάθε ασθενούς μεμονωμένα, σε συνδυασμό με την μεγάλη εμπειρία σε παρόμοια περιστατικά, οδηγούν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά συρρίκνωσης του όγκου.

Οι ασθενείς στη συνέχεια χειρουργούνται ή/και ακολουθούν νέους κύκλους χημειοθεραπειών ή ακτινοθεραπειών και τα τελικά αποτελέσματα είναι άκρως ενθαρρυντικά.